Ο Γιάννης είχε τεράστια αντοχή

 Ο Γιάννης είχε τεράστια αντοχή και εφόσον έβλεπε ότι η άλλη παρόλο που γινόταν έξαλλη, δεν σηκωνόταν να φύγει αλλά του αντεπιτίθονταν, αποφάσισε να συνεχίσει να τραβάει το σκοινί μέχρι να την κάνει να σπάσει.

    - Δεν σταματάς; του είπε αυτή, μην έχοντας σταματήσει να ρουφάει το τσιγάρο της αχόρταγα.

    - Πρέπει να τραβάς μεγάλο ζόρι εσύ ε; της είπε αυτός δήθεν αδιάφορα. Έτσι κάνετε συνήθως εσείς. Νομίζετε ότι θα μειώσετε το ζόρι που τραβάτε, μειώνοντας τους άλλους γύρω σας.

    - Γιαννάκη κόφτο…

    - … εγώ όμως δεν μασάω! Μπορείς να μου σούρεις όσα γουστάρεις.Σε κάνω κέφι. Μου θυμίζεις… να δεις τι μου θυμίζεις… συνέχισε να την προκαλεί.

    - Πάμε να φύγουμε πριν σου σπάσω το κεφάλι; τον ρώτησε πατώντας με δύναμη το τσιγάρο της ολόκληρο στο τασάκι, μια και μόλις το είχε ανάψει και ίσα που είχε τραβήξει μια ρουφηξιά, ενώ σηκώθηκε από την καρέκλα της αφρισμένη. Απορώ τι σου βρίσκει η αδελφή μου.

Την έπιασε από το χέρι και κοιτώντας την στα μάτια, της είπε με χαμηλή φωνή χαμογελώντας:

    - Δεν την βρίσκεις άλλο να με μπινεδιάζεις; Ή εξάντλησες το ρεπερτόριό σου; Που ξέρεις, μπορεί να την βρίσκει με το να εκτονώνεται πάνω μου και η αδελφή σου, αν και σίγουρα η Βέρα δεν είναι χαζογκόμενα και δεν χρησιμοποιείτε το ίδιο λεξιλόγιο.

    - Τι ζόρι τραβάς εσύ ρε μαλάκα; χαζογκόμενα και χαζογκόμενα… δεν ξέρεις άλλες λέξεις εσύ; Εγώ είμαι η χαζογκόμενα ρε σαχλαμαράκια;

Του αποκρίθηκε κοιτώντας τον στα μάτια έντονα, καθώς κάθισε στην καρέκλα της με τα πόδια ανοιχτά και στηρίζοντας τους αγκώνες της στο τραπεζάκι, κόλλησε σχεδόν το κεφάλι της στο δικό του.

    - Όποιος έχει την μύγα μυγιάζεται μικρή μου, της είπε απομακρύνοντας το κεφάλι του από το δικό της και ξάπλωσε στην καρέκλα του νωχελικά. Και όποιος έχει την σφήγκα… σφίγγεται! πρόσθεσε ήρεμα. Εσύ; τι από τα δύο έχεις;

    - Εγώ έχω τα νεύρα μου γιατί με έχεις τσιτώσει εσύ, μαλακομπούκωμα, του είπε εκείνη προσπαθώντας να καθίσει κανονικά στην καρέκλα της και ανάβοντας ένα ακόμα τσιγάρο, αποφεύγοντας το βλέμμα του.

    - Εγώ απλά σου έλεγα ότι οι δυσάρεστες εμπειρίες στη ζωή του καθενός μας, μπορεί να αποτελούν πολύτιμα μαθήματα και εσύ μου άρχισες την επίθεση. Τι να υποθέσω ο άνθρωπος;

    - Εξαρτάται από τις εμπειρίες ρε Γιάννη. Άντε παράτα με κι εσύ με τις φιλοσοφίες σου να χαρείς…

    - Δεν πρόκειται για φιλοσοφίες ρε Δανάη. Στάση ζωής είναι! Όπως έχεις εσύ μια στάση στη ζωή σου, έτσι κι εγώ έχω αυτήν. Δεν καταλαβαίνω γιατί τσαντίζεσαι, της απάντησε ενώ ξανακάθησε στην καρέκλα του κανονικά.

    - Στάση ζωής και κουραφέξαλα… Είπαμε, στα λόγια όλα είναι ωραία και καλά. Στην πράξη κολλάμε όλοι.

    - Μίλα για τον εαυτό σου σε παρακαλώ. Ο κάθε άνθρωπος παίρνει από τη ζωή του αυτό που αξίζει. Αυτό που ζητάει ο καθένας, αυτό και του δίνεται… ξεκίνησε την λογοδιάρροια πάλι ο Γιάννης.

    Πριν προλάβει καλά καλά να ολοκληρώσει την πρότασή του, η Δανάη άρχισε να βγάζει αφρούς από το στόμα, καθώς εκτός ελέγχου τον διέκοψε φωνάζοντας:

    - Άντε χάσου από μπροστά μου ρε ηλίθιε!!!!!!

Όλα έγιναν εν ριπή οφθαλμού! Σαν αυτόματο σηκώθηκε απάνω και την πήρε αγκαλιά κλείνοντάς της το στόμα με την παλάμη του,  καθώς η Δανάη εκτός εαυτού ούρλιαζε, χειρονομούσε και έκλαιγε… Την κράτησε στην αγκαλιά του μιλώντας της σιγά στο αυτί και κουνώντας την σαν να νανουρίζει ένα μωρό, μέχρι να την κάνει να ησυχάσει και να σταματήσει να χειρονομεί και να φωνάζει. Μόλις την ηρέμησε λίγο, έβγαλε το χέρι του από το στόμα της και συνέχισε να την καθησυχάζει με χαμηλή φωνή, επαναλαμβάνοντας συχνά:

    - Συγνώμη. Συγχώρεσέ με! Ηρέμησε κορίτσι μου…

Για καλή τους τύχη στο καφέ ήταν μόνο οι δυο τους και η κοπέλα που σέρβιρε ήταν φίλη του. Μόλις είδε την σκηνή έκανε να τους πλησιάσει, αλλά στο καθησυχαστικό νεύμα του Γιάννη απομακρύνθηκε διακριτικά και μπήκε στον πάγκο της, παρασταίνοντας ότι δεν έχει πάρει μυρωδιά από όσα γινόταν στο τραπεζάκι στο βάθος του μαγαζιού.

Αφού κατάφερε κάπως να την ηρεμήσει, ζήτησε από την κοπέλα να της φτιάξει ένα ζεστό χαμομήλι και όταν καθησυχάστηκαν για τα καλά τα πνεύματα, αφού η Δανάη έκλαψε, ζορίστηκε, αναπόλησε και πόνεσε, του είπε όλη της την ιστορία. Ο Γιάννης απομακρύνοντας κάθε ειρωνική και σαρκαστική διάθεση, επιστράτευσε όλη του την αγάπη και την κατανόηση, κάνοντάς την να αισθανθεί φιλικότητα και ασφάλεια. Για πρώτη φορά στη ζωή της η Δανάη έλεγε την πονεμένη της ιστορία σε κάποιον και αυτός ήταν ένας …άγνωστος ουσιαστικά, με τον οποίον μόλις πριν λίγο μαλώνανε μάλιστα!

    - Είπαμε και προηγουμένως, ο καθένας διεκδικεί αυτό που του αξίζει! Δικαίωμά σου είναι να αποφασίσεις ότι αυτό που θέλεις να διεκδικήσεις είναι να θαφτείς μια ώρα αρχύτερα. Όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος! Εγώ πάντως θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη για άλλη μια φορά που προκάλεσα αυτό τη στεναχώρια σου και για το αν σου μίλησα άσχημα. Δεν εννοούσα τίποτα από όλα αυτά. Απλά ήθελα να σε βοηθήσω να ξεσπάσεις. Με συγχωρείς;

    - Κι εμένα με συγχωρείς που σου μίλησα τόσο άσχημα και σε ευχαριστώ που με άκουσες, του απάντησε με κατεβασμένο κεφάλι.

    - Κι εγώ σε ευχαριστώ που με εμπιστεύτηκες! Χαζογκόμενα… πρόσθεσε μετά από μια μικρή παύση ο Γιάννης αστειευόμενος, για να ελαφρύνει λίγο το κλίμα που είχε αρχίσει πάλι να βαραίνει.