ΠΟΙΗΣΗ

 

ΦΩΣ

Το φως αυτό μην το κοιτάς,

δεν φυλακίζεται.

 Σ΄αγρούς τριανταφυλλένιους,

δροσιά έγινε και πότισε το χώμα.

Σε υπόγειες στοές, κύλησε

και χύθηκε γοργά στη θάλασσα.

Μέσα στα πέλαγα έπλεξε δίχτυα.

Φτωχοί ψαράδες το δρόμο για το σπιτικό τους έχασαν.

Και στα μαλλιά του κοριτσιού που τώρα φώλιασε

να μην κοιτάς.

Πλάνη το φως,

που δεν μπορεί θνητός να αντέξει

Το φως αυτό αιώνιο.

Δεν φυλακίζεται.

 ##########################################

ΟΡΓΗ

Η μήνις βαθαίνει σε φρύδια γιοφύρια, χαράδρες ματιές.

Ξεφλούδισαν τα κορμιά μας στον ήλιο

μα η έγνοια μας σκόνταψε πάλι σε ώρες οργής.

 Τέταρτο θέρος και δεν σ΄ αντάμωσα.

Στα κίτρινα σπάρτα άνθισαν πάλι οι θύμησες.

Ποιά απόσταση άραγε μας χωρίζει απ΄ τον έρωτα;

 Ξένη αγκαλιά με ξαπόστασε, την πίκρα έπνιξες σε άλλης φιλιά.

Στοίχημα ήταν που χάθηκε, πεσσοί των θεών;

Ο εγωισμός νικητής πιο ψηλά από εσένα κι εμένα.

Τέταρτο θέρος και δεν σ’ αντάμωσα.

Τέταρτο θέρος κι η οργή κυβερνά την καρδιά.

 ##########################################

«ΥΣΤΑΤΟ ΧΑΙΡΕ»

Έφυγα όταν δεν το περίμενα,

μα ήλπιζα να πλάσω έναν κόσμο για μας.

Με χορούς και με χρώματα, με τραγούδια κι αρώματα.

 

Της καρδιάς, το ρολόι σταμάτησε κι η ψυχή

λευκό περιστέρι δραπέτευσε μέσα απ΄ το στήθος μου.

Να σταματήσω τη φορά

που ορμητικά απλωνόταν στους αιθέρες,

δεν κατάφερα.

Γραπώθηκα και με τα δυο μου μπράτσα στα φτερά

και χάθηκα μαζί τους.

 

Αγαπημένη μου, συγχώρα με

για όσα ήθελα κι ονειρευόμουνα για σένα

αλλά δεν πέτυχα.

Μια τρυφερή αγκαλιά για να ξαπλώνεις

κι ένα πανέρι με όνειρα,

ένα ταγκό με πάθος να χορεύεις

φορώντας το δαχτυλίδι της αγάπης μας.

 

Το βήμα μου πλέον ελαφρύ, σχεδόν αόρατο

θα έρχεται πλάι σου

 

Κάθε φορά που θα γελάς,

που θα αγναντεύεις τους ορίζοντες και θα χορεύεις με τα αστέρια

Κάθε φορά που θα σκιρτάς, θα γαληνεύεις, θα αγαπάς.

Θα σε στηρίζω,

θα σε φωτίζω με μια λεπτή αύρα αιθερική,

με μια λάμψη αγγελική.

΄Ο,τι μου έμεινε.

 ##########################################

ΕΝΟΤΗΣ

Σα σκοτεινιάζει και μαυρίζει από θλίψη ο αέρας,

βρισκόμαστε κάποιες στιγμές στο κενό, μετέωροι.

Έρχονται τότε οι αναμνήσεις που στραφταλίζουν

κι ανάβουν χιλιάδες πυρσούς ελπίδας.

Ίσως πείτε ψευδαισθήσεις, παραίσθηση.

Η διάκριση δύσκολη.

Τότε ξεκινά και πάλι ο ρυθμός.

 

Μια μουσική, ένα άκουσμα, μια σκέψη

πώς η ζωή δεν είναι μόνο αυτό που ακουμπάμε και βλέπουμε,

αλλά ίσως το φως που τρυπώνει απ’ την πόρτα ή ο αόρατος άνεμος.

Ο πόνος -πιο μεγάλος από το φόβο, πως είμαστε τρωτοί κι ανίσχυροι –

σκέπασε τα πολύχρωμα φώτα των επιθυμιών.

 

Μα γύρω σφυρίζει και πάλι η ζωή,

μαζεύει λουλούδια η καρδιά, ανασαίνει το στήθος.

Τότε βλέπεις μακριά στο τέρμα του δρόμου.

Εκεί όπου εσείς, εγώ, εκείνοι,

όλοι θα είμαστε τίποτε,

κι όμως κάτι, στο απέραντο άπειρο.

 

Θα είμαστε ένα.

 ##########################################

ΠΛΑΝΗ

Πίστεψες κάποτε σε  περίτρανους μύθους,

σε μεγάλα ιδανικά.

 

Έκλεισες τα μάτια και τους φαντάστηκες.

Θα ήταν σαν το γέλιο μικρού παιδιού,

σαν το άπλετο φως παρθενικού πρωινού,

συντροφικό για σε στα σκοτάδια της σκέψης σου.

 

Κόπιασες με βογκητά στους άγριους βράχους τους.

Έψαξες απεγνωσμένα να βρεις το φως,

μα δεν το βρήκες.

 

Φταίνε αυτοί που σε γέλασαν ή

εσύ που τους πίστεψες;

 ##########################################

ΕΒΙΒΑ

Η πιο μεγάλη πάλη δεν είναι αυτή που γίνεται στον κόσμο.

Όσο την σπρώχνουν πιο βαθιά,

γίνεται λάβα που τυλίγει το κορμί , τα σωθικά, τη σκέψη.

Ξεχύνεται, άλογο, ατίθασο αραβικό,

την αγνοείς και χάνεσαι σ’ αρρώστια και μιζέρια.

 

Η αξιοπρέπεια μια παγερή αυταπάτη την βαθαίνει κι άλλο,

πλοκάμια αμέτρητα τυλίγουν την ψυχή.

 

Καταλαγιάζει μόνο σαν πίνεις σανγκριά

με όσους φορούν ακόμη ξεκούμπωτο πουκάμισο.

Εβίβα!

 ##########################################

ΞΕΛΟΓΙΑΣΜΑ

Εψές το βράδυ, στο γλέντι των θεών του δάσους,

την είχαν καλέσει, αγνή παιδούλα.

 

Το νέκταρ άρα να κερνάει στα ποτήρια,

ή με βραχνή φωνή να απαγγέλει στίχους επικούς;

 

Δίχως πολύ να το σκεφτεί, στολίστηκε και πήγε.

Μα για το δρόμο, πήρε μαζί ένα χρυσό σπαθί.

 

Σε δρύινο τραπέζι της πρότειναν να καθίσει

με αμβροσία και νέκταρ της βρέχανε τα χείλη

και της προσέφεραν θεϊκά αγαθά.

 

Εκείνη ξεγελάστηκε,

έβγαλε τα σανδάλια κι άφησε στο χώμα το σπαθί.

 

Την ώρα που ο Πάνας, τα τρυφερά της μέλη

να χαϊδέψει ετοιμαζόταν στα κρυφά.

 ##########################################

Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

Σαν οι αξίες φθαρούν,

η πείνα κι η δίψα γίνουν πιο δυνατές

απ’ την ανάγκη μας για κλέος,

σαν δεις τους γύρω σου

τα σκύβαλα να προσκυνούν

μην απορείς.

 

Έρχεται πάλι ο καιρός των εκλεκτών,

να διώξει την ηγεμονία των μετρίων.

 

Όταν το χρήμα γίνει ο Θεός,

κι οι Κύκλωπες κλέψουν την φλόγα

και τα πλούτη της καρδιάς μας

αφουγκράσου.


Είναι ο καιρός των θεών και των ηρώων.

 Που θα σταθείς μονάχα αγρύπνα,

μη σε συνθλίψουν οι φοβέρες,

τα παρακάλια και τα δάκρυα.

 

Είναι η ώρα των βασάνων,

η ώρα του παραμιλητού στον Καύκασο.

 

Είναι η ώρα για δυνάστες και θεριά.

Είναι η ώρα των Θεών και των Ηρώων.

  ##########################################



 ##########################################